Συνεργασίες
| Τα χαϊμαλιά |
|
|
|
| Εκδηλώσεις - Διάφορες - Λαικός Πολιτισμός |
|
Του Σιμιτζή Γεωργίου, Εκπαιδευτικού - συγγραφέα Τα χαϊμαλιά ήταν στολίδια από ποικιλόχρωμα υφάσματα που κρέμονταν σα δεσμίδες μαλλιά σ`μα-σ`μα. Που βάζαν κυρίως στ` αλόγατα, στα μπλάρια και στα φουράδια και σπάνια σε ψηλόσωμα γουμάρια. Κρέμονταν αυτά δεξιόζερβα στ`αυτιά τους και στη χαίτη τους. Άλλοι βάζαν και μπροστά στο σαμάρι, για να τα βλέπει ο κόσμος κι εδώ κι εκεί κι ένα πίσω στο σαμάρι. Τα περ`σσότερα ήταν κεντημένα με τέχνη, περίτεχνα και τα ζήλευε και τ` αχόρταγα μάτια του περαστικού. Υπήρχαν χαϊμαλιά σαν κλώσσια (κρόσσια από καρπέτες, βελέντζες) που κρέμονταν σαν χοντρόσπαγγοι μιας σπιθαμής και είχαν μια αισθητικότητα οπτικοδιεγερτική με προεξέχον χρώμα το κοκκινωπό! Χαϊμαλιά λέγαν και τα στενόμακρα ημιδιαφανή ή αδιαφανή μαντήλια που καταλήγαν κι αυτά σε κλόσσια με μ`κρότερο μήκος περίπου μ`σοπθαμιαρκα (μισής σπιθαμής). Ήταν και αυτί γιέμορφα και είχαν όπως λέγαν τα χρώματα πόχει ο γήλιος, όντας στο `λιοβασίλεμα και σαν τα χρώματα των χινοπωριάτ`κων φύλλων. Γένονταν τα κρόσσια είτε με το χέρι κεντητά, αφού πρώτα τα γνέθαν με προσοχή κι επιμέλεια, με σπουδή και διέγερση ενδιαφέροντος. Πολλοί στον τόπο μας, αγόραζαν μεταξωτά μαντήλια απ` τα παζάρια της πόλης και τα κεντάγαν με το χέρι, οι χρυσοχέρ`κες τότε γ`ναίκες και οι τσιούπρες. Ωραία ήταν και όσο τα υφαίναν σ` αργαλειούδες με κεντίδια ζηλευτά. Δεν ξέραν όλες οι γ`ναίκες να φκιάνουν χαϊμαλιά. Ορισμένες το κατέχαν αυτό εξειδικευμένα στα φτωχοχώρια μας. Χαϊμαλιά φέραν στα χωριά μας και π`λάγαν οι τουρκόϋφτοι και άλλοι γυρολόγοι και πλανόδιοι που δεν ήταν και τόσο σόι και οι ν`κοκυράδες δεν τα γούστερναν και πολύ. Τα ονόμαζαν ψεύτ`κα και χαϊμαλιά πλάνα, της πλάνης και της απάτης. Τα φτιαστά με τα χεράκια τους τα θεωρούσαν καλοειδέστατα, δηλ έμορφα στην ειδή. Τα εργόχειρα ως καλλιτεχνικά πονήματα έχουν στοιχειωμένα μεράκι, εσωτερικότητες, ευαισθησίες περισσές και αναμνηστικότητες!
Χαϊμαλιά ονόμαζαν και πολύχρωμα κοντοτρίχια μ`κρότερα απ` τα φτύλια που χρησιμοποιούσαν ν` ανάβουν τα τσιγάρα με ίσκνα και στιρνάρι ή μεταλλικό σιδηρένιο αντικείμενο, τον πριόβολο, στα τσακμάκια με τσιακμακόπετρες. Κι αυτά είχαν πολυχρωμία, συμμετρία στα χρώματα και προκαλούσαν οπτικά και συγκέντρωναν κολακευτικά σχόλια. Είχαν μια ίδια ειδοποιό διαφορά στο έκλαμπρο του χρώματος απ` τα συνηθισμένα φτύλια στα τσακμάκια. Αυτά συνήθως τα δέναν πλέρια γύρω απ` το λαιμό του χοντρόζωγου και κρέμονταν σχηματίζοντας μια κοιλιά….
Στ` αλόγατα και στα λοιπά χοντρόζωγα κρέμαγαν χαϊμαλιά στις επίσημες μέρες και στις καλές στιγμές και για συγκεκριμενοποιήσουμε το θέμα, αποφαινόμαστε. Χαϊμαλιά φόραγαν στα ζώα, όνταν κίναγαν να εκκλησιαστούνε τη Μεγάλη Πασχαλιά, τα Χριστούγεννα, τα Φώτα, το Δεκαπενταύγουστο και στη γιορτή του πολιούχου τους στα χωριά που πολλές φορές δεν συνέπιπτε με τη μέρα του πανηγυριού. Για εκκλησιασμό σε ξενοχωρίτ`κα χωριά ή σε μαναστήρια της περιοχής που γιόρταζαν, φόραγαν οι ν`κοκυραίοι στα ζώγα που θα πάεναν καβάλα, χαϊμαλιά. Γι` αρρεβώνα όταν πααίναν με ζώγα πράματα και τότες στολίζανε με χαϊμαλιά και χαιρόσουνα να τα` αγναντεύς και να τα θιαμάειζ`ς! Οι συμπεθεροκόποι, οι παν`γυριώτες, οι φυλαχτάδες και οι φυλαχτιέσσιες (οι καλεσμένοι) που `ταν στενοσυγγενήδες και συνόδευαν τη νύφη για το γαμπρό ν` ανταμώσει ή το αντίστροφο. Τα πλιο πολλά χαϊμαλιά βάζαν στ` άλογο της νύφης, όνταν κίναε για στέφανα στην εκκλησιά στο χωριό της, ή σ` άλλο χωριό, όπου της βγήκε το τυχερό της! Το ίδιο κάναν και στ` άλογο του γαμπρού που σκέπαζαν τ` αυτιά του και το τσιουκάν`του και φαίνονταν περίμορφο. Στα πιστρόφια, την τρίτη μέρα που γύριζε στο πατρικό της σπίτι η νύφη και γένονταν γλέντι με άλογο καβάλα η νύφ`, βάζαν στ` άλογο της χαϊμαλιά με λογής-λογής χρώματα! Χαϊμαλιά κρέμαγαν και οι ανύπαντρες τσιούπρες στους λαιμούδες τους, όντας πάαιναν σε γάμους ή σε παν`γύρια! Παλιότερα και στα κεφαλομάντ`λα κρέμαγαν χαϊμαλιά πολλές κοπέλες στον τόπο μας.
|








